κνάμπτοντες

Λέξη: κνάμπτοντες (Κλιτικό Αρχαίας), Αρχική - Ριζική: κνῶ / κναίω / κνήθω < κν-, μηδενισμένη βαθμίδα του ΙΕ *ken- "τρίβω"


κνάμπτω μετοχή ενεργητική ενεστώτας αρσενικό πληθυντικός ονομαστική
κλητική
μέρος φωνή χρόνος έγκλιση
ρήμα ενεργητική ενεστώτας οριστική